άγνος

Δέντρα ή θάμνοι –περίπου 60 φυλλοβόλα ή αείφυλλα φυτά– που φύονται στις θερμές και εύκρατες περιοχές και ανήκουν στην οικογένεια των βερβενιδών. Από τα φυτά αυτά, ένα είδος γνωστότατο στην Ελλάδα είναι η αλυγαριά ή λυγαριά ή αγνιά ή καναπίτσα. Πρόκειται για μικρό δέντρο ή φυλλοβόλο θάμνο, ύψους 1-2 μ., με τρυφερούς βλαστούς και άνθη ανοιχτού μπλε ή ροζ χρώματος. Το φυτό αυτό, που επιστημονικά ονομάζεται και βίτεξ, ευδοκιμεί σε υγρές παραθαλάσσιες περιοχές ή κοντά σε ποτάμια. Είναι αρωματικό φυτό και τα φύλλα του χρησιμοποιούνται ως αφέψημα. Οι ευλύγιστοι βλαστοί του χρησιμοποιούνται για την κατασκευή καλαθιών, ενώ το ξύλο του είναι χρήσιμο στις ξυλουργικές εργασίες. Η ποικιλία του λευκή καλλιεργείται ως καλλωπιστικό φυτό και ευδοκιμεί ιδιαίτερα σε αμμώδη ηλιόλουστα εδάφη.
* * *
ἄγνος, ο (ΑΝ)
λυγαριά
μσν.
είδος πουλιού
αρχ.
ονομασία ψαριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας
από παρετυμολογία συνδέθηκε με το ἁγνός.
ΠΑΡ. αρχ. ἄγνινος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἅγνος — ἄγνος , ἄγνος chaste tree fem nom sg ἄγνος , ἄγνος chaste tree masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγνος — chaste tree fem nom sg ἄγνος chaste tree masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνός — pure masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγνός — Δέντρα ή θάμνοι –περίπου 60 φυλλοβόλα ή αείφυλλα φυτά– που φύονται στις θερμές και εύκρατες περιοχές και ανήκουν στην οικογένεια των βερβενιδών. Από τα φυτά αυτά, ένα είδος γνωστότατο στην Ελλάδα είναι η αλυγαριά ή λυγαριά ή αγνιά ή καναπίτσα.… …   Dictionary of Greek

  • αγνός — [агнос] εκ. непорочный, наивный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγνός — ή, ό 1. καθαρός, αθώος, τίμιος: Πρόκειται για κορίτσι αγνό. 2. ανόθευτος: Μου δωσε λάδι αγνό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄγνω — ἄγνος chaste tree fem nom/voc/acc dual ἄγνος chaste tree fem gen sg (doric aeolic) ἄγνος chaste tree masc nom/voc/acc dual (attic) ἄγνος chaste tree masc gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνά — ἁγνός pure neut nom/voc/acc pl ἁγνά̱ , ἁγνός pure fem nom/voc/acc dual ἁγνά̱ , ἁγνός pure fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνότερον — ἁγνός pure adverbial comp ἁγνός pure masc acc comp sg ἁγνός pure neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνοτάτω — ἁγνός pure masc/neut nom/voc/acc superl dual ἁγνός pure masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.